Κώστας Πουπάκης

Τετάρτη 13 Δεκεμβρίου 2017 -

7ο Τακτικό Συνέδριο Νέας Δημοκρατίας

E-mail

ΠΡΟΛΟΓΟΣ
Εμείς, οι σύνεδροι του 7ου Τακτικού Συνεδρίου της Νέας Δημοκρατίας, οι οποίοι προερχόμαστε από την κοινωνική βάση του κόμματος, διαπιστώνουμε ότι απαιτούνται γενναίες αλλαγές και τομές, τόσο στον τρόπο παραγωγής της πολιτικής μας όσο και στους τρόπους αλλά και στους ρυθμούς με τους οποίους αναπτύσσουμε τη δράση μας.
Κατανοούμε τα μεγάλα προβλήματα που κληρονόμησε η κυβέρνηση από τα λάθη και τις πολιτικές αστοχίες των προηγούμενων δεκαετιών καθώς και τις δυσκολίες οι οποίες κρύβονταν επιμελώς από την ελληνική κοινωνία, με «τρικ», επί σειρά ετών από τις προηγούμενες κυβερνήσεις. Όμως έχουμε υποχρέωση απέναντι σε κάθε ελληνίδα και έλληνα εργαζόμενο, συνταξιούχο και άνεργο, τις κοινωνικές ομάδες δηλαδή που αποτέλεσαν τον πιο εύκολο στόχο της ακρίβειας και της λιτότητας, να αγωνιστούμε για μια κοινωνία ισότητας και ευημερίας.
Σήμερα, το ζητούμενο δεν είναι η καλύτερη διαχείριση των πολιτικών που μας οδήγησαν στα σημερινά αδιέξοδα, αλλά η πλήρης ανατροπή τους και η αναζήτηση άλλων, ικανών να εμπνεύσουν τους πολίτες και να δώσουν αξιόπιστες και χειροπιαστές λύσεις στα μεγάλα αλλά και στα μικρά καθημερινά προβλήματα της κάθε ελληνίδας και του κάθε έλληνα.
Αυτές είναι οι πολιτικές, οι οποίες εκφράζουν όλους εμάς, που υπογράφουμε αυτό το κείμενο και που με βεβαιότητα πιστεύουμε, ότι αγγίζουν τη μεγάλη πλειοψηφία των συνέδρων άλλα και της κοινωνίας.
Για αυτό σήμερα καταθέτουμε τις δικές μας απόψεις και προτάσεις, με την ευχή και την ελπίδα, να συμβάλλουν ουσιαστικά στο συνεδριακό διάλογο για τη διαμόρφωση των θέσεων και της στρατηγικής του κόμματος μας.
ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΕΣ ΕΞΕΛΙΞΕΙΣ
Η απογραφή στην Οικονομία, που προχώρησε η Κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας, ανέδειξε την πλασματική και ωραιοποιημένη κατάσταση στην οποία ζούσαμε χρόνια, επαναπαυμένοι πάνω στις δάφνες των οικονομικών παραισθήσεων, που δημιούργησε το ΠΑΣΟΚ.
Στην μεγάλη προσπάθεια συμμαζέματος των δημόσιων οικονομικών, η Νέα Διακυβέρνηση προχώρησε και σε αλλαγές, οι οποίες σε κάποιες περιπτώσεις επηρέασαν αρνητικά, κοινωνικές τάξεις που δεν ήταν υπεύθυνες, για την κατάσταση που διαμορφώθηκε στην οικονομία.
Δεν πρέπει, όμως να εθελοτυφλούμε μπροστά στην πραγματικότητα του κοινωνικού και οικονομικού αποκλεισμού, που βιώνει το 20% των Ελλήνων. Επιβάλλεται να τοποθετήσουμε τις ανθρώπινες ανάγκες πάνω από τους όποιους οικονομικούς δείκτες.

ΕΙΣΟΔΗΜΑΤΙΚΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ – ΦΟΡΟΛΟΓΙΑ
Αναμφίβολα, οι έλληνες εργαζόμενοι και συνταξιούχοι, όλα τα προηγούμενα χρόνια, έχουν πραγματοποιήσει μεγάλες θυσίες και ταυτόχρονα έχουν υποστεί τεράστιες απώλειες στο πραγματικό τους εισόδημα, από τις ακολουθούμενες οικονομικές και μονό κατ’ ευφημισμόν κοινωνικές πολιτικές.
Οι πολιτικές έντονης λιτότητας, που εφάρμοσαν οι κυβερνήσεις του ΠΑΣΟΚ, σε συνδυασμό με την ακρίβεια οδήγησαν τους έλληνες εργαζόμενους , ιδιαίτερα αυτούς του ιδιωτικού τομέα, στα πρόθυρα της φτώχειας.
Οι οικονομικά ασθενέστεροι κλήθηκαν, σχεδόν αποκλειστικά, να καλύψουν τα δημοσιονομικά ελλείμματα του κράτους, γεγονός που συντέλεσε, καθοριστικά, στην όξυνση των κοινωνικών ανισοτήτων. Παράλληλα, οι χαμηλότερες εισοδηματικά τάξεις, που αποτέλεσαν την ατμομηχανή της χώρας, για την ένταξη της στην ΟΝΕ, ωφελήθηκαν ελάχιστα από αυτή, μια και τους πόρους της Ε.Ε. αλλά και του Ελληνικού Δημοσίου λυμαίνονται οι κάθε λογής «επιτήδειοι» και «ειδικοί» διαχείρισης των κοινοτικών προγραμμάτων.
Γι’ αυτό σήμερα ο έλληνας εργαζόμενος και συνταξιούχος έχει και δικαιούται να έχει αξιώσεις για ένα αξιοπρεπές όριο διαβίωσης ενώ η ευαίσθητη κοινωνική ομάδα των ανέργων δικαιούται να διεκδικεί, όχι πλέον, το πενιχρό επίδομα ανεργίας αλλά κοινωνικό μισθό παροχής εργασίας, μέσω ολοκληρωμένων ενεργητικών πολιτικών αύξησης της απασχόλησης, με προτεραιότητα στα κοινωνικά επαγγέλματα.
Μέσα σε αυτό το πνεύμα θα πρέπει να πραγματοποιηθεί μια γενναία φορολογική μεταρρύθμιση. Απαιτείται ένα νέο φορολογικό σύστημα δίκαιο και προσανατολισμένο να συμβάλλει, ουσιαστικά, στην αναδιανομή του εισοδήματος, προς τους ασθενέστερους εισοδηματικά, οι οποίοι είχαν περιέλθει σε αδιέξοδο από τις προηγούμενες ασκούμενες πολιτικές, αλλά και αποτελεσματικότερο στην πάταξη της φοροδιαφυγής.
Σε αυτή την κατεύθυνση προτείνουμε την καθιέρωση ενός «μοναδικού» αριθμού σε κάθε άτομο, ο οποίος θα το ακολουθεί σε όλη την πορεία της ζωής του (εκπαίδευση, εργασία, υγεία, φορολογία, συνταξιοδότηση), η εφαρμογή του οποίου, εκτός των άλλων, θα αποδεσμεύσει τους πολίτες και το κράτος από μια σειρά γραφειοκρατικών «συμπληγάδων».
Απαιτείται λοιπόν ένα πλέγμα πολιτικών, που θα βελτιώνουν την καθημερινότητα του πολίτη και θα διασφαλίζουν τους όρους και τις συνθήκες, για μια ισχυρή και δίκαιη κοινωνία. Θέλουμε μια κοινωνία αλληλεγγύης και συλλογικότητας, που θα μπορεί να σταθεί με αισιοδοξία και πίστη στις δυνατότητες της απέναντι στις προκλήσεις και τις ανάγκες της νέας εποχής. Η πραγματικότητα, άλλωστε, που επικρατεί στη χώρα μας επιβάλλει:
• μέτρα για την αντιμετώπιση της ακρίβειας και την προστασία από τον πληθωρισμό,
• σύγκλιση των μισθών με αυτούς της Ε.Ε. των 15,
• θεσμοθέτηση «κατώτερου εγγυημένου εισοδήματος», το οποίο απαραίτητα πρέπει να συνδεθεί με το προβλεπόμενο «όριο φτώχειας»,
• μεταφορά στους εργαζόμενους της αναλογίας εισοδήματος, που προκύπτει από την αύξηση της παραγωγικότητας.

ΜΕΤΑΡΡΥΘΜΙΣΕΙΣ-ΕΚΣΥΓΧΡΟΝΙΣΜΟΣ
Η ανάγκη εφαρμογής ενός νέου μοντέλου ανάπτυξης, που θα βασίζεται στην αλληλεγγύη, την κοινωνική δικαιοσύνη, το σεβασμό για το περιβάλλον και που θα διασφαλίζει τη βέλτιστη ισορροπία ανάμεσα στην ανταγωνιστικότητα και την κοινωνική συνοχή, είναι επιτακτική.
Ένα τέτοιο εγχείρημα προβάλλει ικανό αφενός να ικανοποιήσει τις προσδοκίες των εργαζόμενων, των αγροτών, των ανέργων, των συνταξιούχων, των μικρομεσαίων επιχειρηματιών – βιοτεχνών, δηλαδή όλων εκείνων των ομάδων που αποτελούν τη ραχοκοκαλιά της ελληνικής κοινωνίας και αφετέρου δύναται να οδηγήσει τη χώρα στο δρόμο της προόδου, ισχυροποιώντας τη θέση της στον παγκόσμιο χάρτη.
Το όραμα, άλλωστε, της ανασυγκρότησης-επανίδρυσης του κράτους, που αποτέλεσε και το ιδεολογικό διακύβευμα της παράταξής μας δεν μπορεί να πραγματωθεί, χωρίς την ενδυνάμωση των εννοιών του «Κοινωνικού Κράτους» και του «Κράτους Δικαίου», στο εσωτερικό μας γίγνεσθαι.
Η προώθηση των μεταρρυθμίσεων στην ελληνική κοινωνία και οικονομία είναι απαραίτητο να γίνει με τη μέγιστη δυνατή κοινωνική συναίνεση, εάν θέλουμε να υπάρχουν αποτελέσματα τα οποία να οδηγούν σε μια κοινωνία ισότητας και ευημερίας για όλους, με κοινωνική ειρήνη και συνοχή.

ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ ΚΟΙΝΗΣ ΩΦΕΛΕΙΑΣ-ΔΕΚΟ-ΤΡΑΠΕΖΕΣ
Οι επιχειρήσεις Κοινής Ωφέλειας-ΔΕΚΟ-Τράπεζες αποτέλεσαν, διαχρονικά, το βασικό πυλώνα της οικονομικής αλλά και κοινωνικής ανάπτυξης της χώρας. Δυστυχώς, όμως, οι πολιτικές και κομματικές παρεμβάσεις σε όλα τα επίπεδα, η στρεβλή διάρθρωση, η απουσία σύγχρονων πολιτικών διαχείρισης των ανθρώπινων πόρων, η επικράτηση της αναξιοκρατίας και η έλλειψη ικανών και με όραμα διοικήσεων απαξίωσαν σε μεγάλο βαθμό τη λειτουργία τους, περιορίζοντας σημαντικά την αποτελεσματικότητά τους.
Δεν πρέπει, άλλωστε, να ξεχνάμε ότι χρησιμοποιήθηκαν, με μεγάλη συχνότητα, είτε ως μοχλός συγκράτησης του πληθωρισμού, είτε ως εισπρακτικό μέσο για την κάλυψη ελλειμμάτων αλλά κυρίως ως μέσο καταπολέμησης της ανεργίας, μια και αποτέλεσαν προνομιακό πεδίο άσκησης κομματικής -«ρουσφετολογικής»- πολιτικής από τις προηγούμενες κυβερνήσεις.
Η εξυγίανση και ο εκσυγχρονισμός τους κρίνονται επιβεβλημένα, όπως και η οριοθέτησή τους σε επιχειρήσεις δημοσίου συμφέροντος αλλά και δημόσιου οικονομικού ενδιαφέροντος. Ο όποιος διαχωρισμός θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη του αυτές τις επιχειρήσεις, που αποτελούν φυσικά μονοπώλια (ύδρευση, μεταφορές, ηλεκτροδότηση, τηλεπικοινωνίες), όπου τα δικαιώματα και συμφέροντα του Ελληνικού κράτους πρέπει να είναι εξασφαλισμένα και τις άλλες, των οποίων η λειτουργία θα πρέπει να διασφαλίζει τόσο τα συμφέροντα των καταναλωτών όσο και τα δικαιώματα των εργαζομένων.
Για να επιτευχθεί όμως η εξυγίανση και ο εκσυγχρονισμός των δημόσιων οργανισμών και επιχειρήσεων θα πρέπει να γίνουν ουσιαστικές παρεμβάσεις εκεί που πραγματικά υπάρχει ανάγκη, εξετάζοντας τη σχέση τους με το κράτος και τη θέση τους στον ανταγωνισμό και την ελεύθερη αγορά, προκειμένου να γίνει ουσιαστική παρέμβαση με μέτρα και αποφάσεις οι οποίες:
• θα τυγχάνουν της ευρύτερης αποδοχής των εργαζομένων σε αυτές,
• θα αλλάζουν αποφασιστικά και ριζικά την εξάρτησή τους από το κράτος με στόχο την ένταξή τους παραγωγικά και ανταγωνιστικά στην ελεύθερη αγορά, λειτουργώντας φυσικά με ιδιωτικοοικονομικά κριτήρια και
• θα προωθούν στρατηγικές συμμαχίες εάν απαιτείται για να τις καταστήσουν ικανές, ώστε να σταθούν όρθιες να επιβιώσουν μπροστά στις δυσκολίες που προκαλούν οι νέες συνθήκες του διεθνούς πλέον ανταγωνισμού.

ΘΕΣΜΟΣ ΣΥΛΛΟΓΙΚΩΝ ΔΙΑΠΡΑΓΜΑΤΕΥΣΕΩΝ
Ο κοινωνικός διάλογος και η κοινωνική συναίνεση αποτελούν βασικά στοιχεία της φιλελεύθερης ιδεολογίας μας.
Στα πλαίσια μιας ελεύθερης αγοράς, η θέσπιση ισχυρών κανόνων και θεσμών είναι επιτακτική, προκειμένου να μην οδηγηθούμε σε ένα καθεστώς ζούγκλας, στο οποίο θα επιβιώνει μόνο ο ισχυρότερος.
Αυτός ο κοινωνικός διάλογος και η κοινωνική συναίνεση αποτυπώνονται μέσα από συλλογικές διαπραγματεύσεις και συλλογικές συμβάσεις, την ύπαρξη και διεξαγωγή των οποίων οφείλει να διασφαλίζει το κράτος, αφού αυτό εξάλλου επιτάσσει και το Σύνταγμα.
Ο θεσμός των κοινωνικών διαπραγματεύσεων, που ισχύει στην κοινωνική Ευρώπη και έχει την ιστορία του και στην χώρα μας, δεν μπορεί να κλυδωνίζεται από εισαγόμενα οικονομικά και κοινωνικά μοντέλα, τα οποία προωθούν τα διάφορα παγκοσμιοποιημένα οικονομικά συμφέροντα. Βεβαίως, η προστασία αυτού του θεσμού βρίσκεται και μέσα στο πλαίσιο ευθύνης του Συνδικαλιστικού Κινήματος, των εργοδοτικών οργανώσεων, των κοινωνικών φορέων και των κομμάτων, που οφείλουν, συνολικά, να τον προωθούν και να τον αναπτύσσουν, μέσα από έναν ειλικρινή και ουσιαστικό διάλογο. 


ΕΡΓΑΣΙΑΚΕΣ ΣΧΕΣΕΙΣ-ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ
Εμείς οι σύνεδροι, που προερχόμαστε από την κοινωνική βάση του κόμματος και πρεσβεύουμε τις αρχές και τις αξίες του κοινωνικού φιλελευθερισμού, οι οποίες θέτουν στο επίκεντρο των πολιτικών επιλογών τον άνθρωπο, με απόλυτο στόχο την ευημερία και την ισόρροπη ανάπτυξη της κοινωνίας δεν μπορούμε να αποδεχθούμε καμία απόφαση, που καταργεί τον κοινωνικό διάλογο και την κοινωνική συνεννόηση και αμφισβητεί δικαιώματα του κόσμου της μισθωτής εργασίας και μάλιστα χωρίς ικανοποιητικά αντισταθμιστικά οφέλη.
Είναι γεγονός ότι μέσα στα πλαίσια της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της διαδικασίας της Ευρωπαϊκής Ολοκλήρωσης, το πλέγμα των εργασιακών σχέσεων δεν καθορίζεται, πλέον, στα πλαίσια των εθνικών κρατών αλλά επηρεάζεται καταλυτικά από τις κεντρικές αποφάσεις των ευρωπαϊκών οργάνων.
Τα κρίσιμα χρόνια, που οι κατευθυντήριες οδηγίες αλλά και οι αποφάσεις της Ε.Ε. έπρεπε να ενσωματωθούν στη νομοθεσία της χώρας μας, το ΠΑΣΟΚ παραβλέποντας τις ιδιαιτερότητες της ελληνικής κοινωνίας και αγοράς ακολούθησε μια απαράδεκτη και καταστροφική πολιτική.
Με διγλωσσία και παρά τις διαβεβαιώσεις στο εσωτερικό, για σταθερό πλαίσιο εργασιακών σχέσεων, άνοιξε διάπλατα, με σειρά νομοθετημάτων, το δρόμο για την ελαστικοποίηση και την υιοθέτηση όλων των νέων μορφών απασχόλησης.
Η δημιουργία, μάλιστα, αυτού του ευνοϊκού πλαισίου για την επιχειρηματικότητα όχι μόνο δεν συνοδεύτηκε από παροχή αντισταθμιστικών οφελών προς τους εργαζόμενους αντιθέτως τέθηκαν, συνειδητά, εκτός λειτουργίας οι ελεγκτικοί μηχανισμοί, με σκοπό τη συμπίεση των δικαιωμάτων των εργαζομένων, προς όφελος των διάφορων οικονομικών και επιχειρηματικών συμφερόντων.
Η ανατροπή της παρούσας κατάστασης προβάλλει επιβεβλημένη.
Είναι ανάγκη να συνδιαμορφωθεί από την Κυβέρνηση και όλους τους εμπλεκόμενους κοινωνικούς εταίρους ένα νέο πλαίσιο ικανό να εξασφαλίσει την αύξηση της απασχόλησης, με καλύτερη, για τους εργαζόμενους κατανομή του χρόνου εργασίας και τη βελτίωση της ανταγωνιστικότητας των επιχειρήσεων, με ταυτόχρονη ενδυνάμωση των ελεγκτικών μηχανισμών, μέσω των οποίων θα διασφαλίζεται η εφαρμογή της νομοθεσίας και η αποτροπή καταστρατήγησης των εργασιακών δικαιωμάτων.
Βασική μας προτεραιότητα παραμένει η πλήρης και σταθερή απασχόληση, όμως οι ευέλικτες μορφές εργασίας αποτελούν μια πραγματικότητα. Αυτές θα μπορούσαν να λειτουργήσουν μόνο συμπληρωματικά, διευκολύνοντας την είσοδο στην αγορά εργασίας κάποιων ευάλωτων ομάδων. Οι επιχειρήσεις δεν θα πρέπει, σε καμία περίπτωση, να αντιμετωπίζουν αυτές τις μορφές απασχόλησης ως επιχείρημα «εκβιασμού» για τον περιορισμό των δικαιωμάτων των εργαζομένων, ούτε μόνο ως μέσο για την απόκτηση ανταγωνιστικών πλεονεκτημάτων.
Οι άτυπες μορφές απασχόλησης πρέπει να χρησιμοποιούνται σε υγιή βάση και να καλύπτουν αντίστοιχες ανάγκες των επιχειρήσεων, δίχως να υποκαθιστούν σταθερές θέσεις απασχόλησης.
Δεν θα πρέπει να ξεχνάμε ότι οι εργασιακές σχέσεις στη χώρα μας δέχθηκαν ένα ισχυρό πλήγμα με τη διόγκωση του φαινομένου των συμβασιούχων, που αποτέλεσε πολιτική πρακτική και τακτική της προηγούμενης κυβέρνησης. Οι χιλιάδες συμβασιούχοι, οι οποίοι με συμβάσεις ορισμένου χρόνου αλλά και με δελτία παροχής υπηρεσιών κάλυψαν οργανικές θέσεις του δημόσιου τομέα, όμηροι σε ένα σύστημα πελατειακής λογικής, όχι μόνο στρέβλωσαν την αγορά εργασίας στον δημόσιο και ευρύτερο δημόσιο τομέα αλλά αποτέλεσαν και το «άλλοθι» της καταστρατήγησης των εργασιακών σχέσεων στον ιδιωτικό, χωρίς βέβαια οι όμηροι-συμβασιούχοι να είναι υπεύθυνοι για αυτό.
Το τέλμα, για την υπόθεση αυτή, όπως δημιουργήθηκε από το Π.Δ. του 2003 ξεπεράστηκε σε μεγάλο βαθμό με τα πρόσφατα Προεδρικά Διατάγματα. Παραμένουν όμως προβλήματα, που καλείται η σημερινή κυβέρνηση να διευθετήσει.
Θεωρούμε θετική την αντιμετώπιση του προβλήματος των πυροσβεστών-διασωστών, ζητάμε όμως τη δημιουργία θεσμικού πλαισίου για την απασχόληση όλων, έτσι ώστε αντί να εγγράφονται στις λίστες του ΟΑΕΔ (μην προσφέροντας εργασία) να απασχολούνται καθ’ όλη τη διάρκεια του έτους με την πρόληψη, αναβαθμίζοντας έτσι την πολιτική προστασία της χώρας.
Όσο δε αφορά στο ζήτημα των συμβασιούχων του Υπουργείου Πολιτισμού θα πρέπει να διευθετηθεί με ιδιαίτερη προσοχή, λόγω της ιδιαίτερη σημασίας που έχει για τη χώρα μας ο τομέας αυτός και πιστεύουμε, ότι στην παρούσα φάση υπάρχουν ενδείξεις θετικής αντιμετώπισης από το αρμόδιο Υπουργείο.
Έτσι λοιπόν με ιδιαίτερη προσοχή και για κάθε τομέα ξεχωριστά πρέπει να λυθεί αυτός ο γόρδιος δεσμός για να πάψουν, αυτοί που τους κατέστησαν ομήρους, να εκμεταλλεύονται την αγωνία αυτών των ανθρώπων.
ΑΝΕΡΓΙΑ-ΑΠΑΣΧΟΛΗΣΗ
Δίχως αμφιβολία, η ανεργία αποτελεί ένα εξαιρετικά δυσμενές κοινωνικό φαινόμενο, που μαστίζει ένα μεγάλο μέρος της ελληνικής κοινωνίας. Η προσπάθεια για τη μείωσή της θα πρέπει να αποτελεί την βασική προτεραιότητα της οικονομικής και κοινωνικής πολιτικής κάθε ευνομούμενου κράτους.

Στην εποχή μας, μια εποχή των ραγδαίων μεταβολών στο οικονομικό και κοινωνικό γίγνεσθαι επιβάλλεται η ανάγκη επανακαθορισμού των υφιστάμενων πολιτικών αύξησης της απασχόλησης και διαχείρισης του φαινομένου της ανεργίας.

Από το 2005, παρατηρείται μια μικρή αλλά σταθερή βελτίωση της ελληνικής οικονομίας στο πεδίο της μετατροπής της αναπτυξιακής της δυναμικής σε περισσότερες και καλύτερες θέσεις εργασίας. Ο δείκτης απασχόλησης αυξάνει σταδιακά, ενώ το ποσοστό ανεργίας μειώνεται, φτάνοντας σήμερα στο 9,1%. Παράλληλα, πτωτικές τάσεις εμφανίζουν και τα ποσοστά ανεργίας στις επιμέρους κατηγορίες των μακροχρόνιων και των νέων ανέργων.
Σε κάθε περίπτωση, οι όποιοι δείκτες ή βελτιώσεις δεν λύνουν το πρόβλημα. Και ένας άνεργος δεν παύει να είναι ΑΝΕΡΓΟΣ.

Μολονότι, λοιπόν, παρατηρείται αυτή η βελτίωση, γίνεται εύκολα αντιληπτό, ότι για την περαιτέρω αντιμετώπιση του ζητήματος της διεύρυνσης της απασχόλησης απαιτείται ένα πλέγμα πολιτικών, στον πυρήνα των οποίων θα πρέπει να βρεθούν οι συνθήκες διασφάλισης της βέλτιστης ισορροπίας ανάμεσα στη ανταγωνιστικότητα και την κοινωνική συνοχή, με κύριο στόχο την προώθηση της σταθερότητας και της ποιότητας της απασχόλησης και όχι την ελαστικοποίηση της αγοράς εργασίας σε βάρος των εργαζομένων.
Παράλληλα με τις όποιες πολιτικές, αναφορικά με το επίδομα ανεργίας θα πρέπει να υπάρξει μετατροπή του σε επίδομα εργασίας με κοινωνική απασχόληση, αυξημένο σε αυτή την περίπτωση και με διασφάλιση των συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων.
Χώρος για παροχή κοινωνικής εργασίας υπάρχει και την έχουμε ανάγκη όλοι.
Ταυτόχρονα προτείνουμε:

• Σταδιακή αύξηση του επιδόματος ανεργίας στο 80% του βασικού μισθού του ανειδίκευτου εργάτη.
• Επιμήκυνση του χρόνου καταβολής του από 12 σε 24 μήνες.
• Θεσμοθέτηση του ελάχιστου εγγυημένου εισοδήματος, το οποίο θα πρέπει απαραίτητα να είναι πάνω από το «όριο φτώχειας» και να μην υπολείπεται του κατώτερου ημερομισθίου του ανειδίκευτου εργάτη.
• Ενεργοποίηση των Επιτροπών Απασχόλησης και Κοινωνικής Προστασίας.
• Βελτίωση των συνθηκών υγιεινής και ασφάλειας στην εργασία, σύμφωνα με τις νέες τεχνολογίες πρόληψης κινδύνων.
• Έμπρακτη στήριξη της πρόσβασης των νέων στην αγορά εργασίας.
• Καταπολέμηση της παράνομης εργασίας.
• Αύξηση του ποσοστού απασχόλησης των γυναικών, με τον παράλληλο τερματισμό της άνισης μεταχείρισης τους, σε ζητήματα επαγγελματικής εξέλιξης και μισθολογικού χαρακτήρα.
• Εξορθολογισμός και αποτελεσματικότερη διαχείριση των κρατικών πόρων άσκησης κοινωνικής πολιτικής (ΟΑΕΔ,ΟΕΕ,ΟΕΚ,ΛΑΕΚ) κάτω από ένα ενιαίο πλέγμα προστασίας, που θα αμβλύνει τις κοινωνικές ανισότητες και τον κοινωνικό αποκλεισμό.
• Στοχευμένες πολιτικές για τη μείωση της ανεργίας στους νέους, τις γυναίκες, τα άτομα με αναπηρία και τους εργαζόμενους σε περιφέρειες και κλάδους με σημαντική ανεργία.
• Επένδυση στη δια βίου εκπαίδευση.
• Μελέτη ενεργητικών πολιτικών, σε συνεργασία με τους κοινωνικούς εταίρους, που θα στοχεύουν στον περιορισμό της γραφειοκρατίας, την προσέλκυση ξένων επενδύσεων, τη συμμετοχή του Κράτους στην επενδυτική δραστηριότητα και την αξιοποίηση μεγαλύτερου μέρους του διαθέσιμου εργατικού δυναμικού της χώρας.

ΑΚΡΙΒΕΙΑ
Η χώρα μας έχει ανάγκη από λήψη μέτρων διασφάλισης της αγοραστικής δύναμης των χαμηλών εισοδημάτων, δηλαδή όλων εκείνων των κοινωνικών ομάδων, που σήκωσαν τα βάρη της οικονομικής πολιτικής του ΠΑΣΟΚ και δικαιούνται επιτέλους ένα αξιοπρεπές όριο διαβίωσης. Το άναρχο πλαίσιο μέσα στο οποίο λειτουργεί η αγορά, η μη εφαρμογή νόμων και η ανεξέλεγκτη δράση όσων αισχροκερδούν πρέπει να λάβει ένα τέλος.
Παρά τα θετικά βήματα, που έχουν γίνει το τελευταίο διάστημα, εντοπίζεται ένα κενό στην ουσιαστική παρέμβαση, που θα έπρεπε να έχουν το κράτος και η συντεταγμένη πολιτεία.
Χρειάζεται άμεσα να υπάρξουν:
• ενίσχυση των ελεγκτικών μηχανισμών για αυστηρούς ελέγχους των τιμών και της αισχροκέρδειας
• Μέτρα υπέρ της διασφάλισης της αγοραστικής δύναμης των χαμηλών εισοδημάτων
• Θεσμοθέτηση «νέου δείκτη καταναλωτή» που θα υπολογίζεται με βάση τις αυξήσεις τιμών σε αγαθά ευρείας κατανάλωσης και όχι σε αγαθά και είδη που χρησιμοποιούνται από τα υψηλότερα εισοδηματικά στρώματα και δεν αποτελούν είδη πρώτης ανάγκης.
ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΟ ΣΥΣΤΗΜΑ
Η Ελλάδα έχει ανάγκη από δραστικές και ουσιαστικού χαρακτήρα αλλαγές στην Παιδεία. Η Παιδεία δεν είναι θέμα ορισμένων κλειστών ομάδων. Δεν είναι ζήτημα μόνο των φοιτητών ή των καθηγητών, αλλά ολόκληρης της ελληνικής κοινωνίας αφού όλοι έχουν παιδιά, ενδιαφέρονται για το μέλλον, τη μόρφωση, τις σπουδές τους και στη συνέχεια την επαγγελματική τους αποκατάσταση και σταδιοδρομία.
Είναι φυσικό, το συγκεκριμένο ζήτημα να απασχολεί ιδιαίτερα όλους εμάς τους εργαζομένους αφού, εκτός των άλλων, αποτελούμε και τους βασικούς χρηματοδότες του εθνικού προϋπολογισμού, απ’ όπου αντλούνται τα απαιτούμενα κονδύλια δαπανών για τη δημόσια παιδεία.
Είμαστε πεπεισμένοι, πως οι μεταρρυθμίσεις στο χώρο της παιδείας πρέπει να προχωρήσουν, συγκεντρώνοντας τη μεγαλύτερη δυνατή κοινωνική συναίνεση. Η αναδιάρθρωση της λειτουργίας της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης (αξιολόγηση ΑΕΙ, αποεμπορευματοποίηση συγγραμμάτων, αυτοδιοίκητο ΑΕΙ κ.τ.λ.) αποτελεί μονόδρομο, προκειμένου τα Ελληνικά Ανώτατα και Ανώτερα Εκπαιδευτικά Ιδρύματα να ανταποκριθούν στις σύγχρονες απαιτήσεις και προκλήσεις.
Δεν μπορεί στο όνομα δήθεν «προοδευτικών» αντιλήψεων να θίγονται συμφέροντα των λαϊκών στρωμάτων, δηλαδή εκείνων, οι οποίοι προσδοκούν και οραματίζονται ένα καλύτερο μέλλον, μέσω της δημόσιας Παιδείας. Άλλωστε και σήμερα τα υψηλότερα εισοδηματικά στρώματα, έχουν τη οικονομική δυνατότητα να στέλνουν τα παιδιά τους, σε όποιο πανεπιστήμιο του εξωτερικού επιθυμούν. Ας εργαστούμε όλοι, λοιπόν, για την ποιοτική αναβάθμιση της Δημόσιας παιδείας, αφού αναβαθμισμένα, για παράδειγμα, Ανώτατα Εκπαιδευτικά Ιδρύματα, δεν έχουν να φοβηθούν τίποτα από τα οποιαδήποτε μη κερδοσκοπικά ή ακόμα και ιδιωτικά εκπαιδευτικά ιδρύματα. Το χειρότερο θα είναι να μείνουν τα πράγματα ως έχουν.
Το ίδιο ισχύει και για το Άσυλο. Ως άσυλο αντιλαμβανόμαστε την ελευθερία στη διακίνηση των ιδεών μέσα στο Πανεπιστήμιο και την πνευματική ανεκτικότητα, που θα πρέπει να εδράζεται μέσα στα ακαδημαϊκά αμφιθέατρα. Το Άσυλο υπήρχε, υπάρχει και πρέπει να συνεχίσει να υφίσταται. Όμως οι φοιτητές έχουν υποχρέωση να το διαφυλάξουν-αν το θέλουν, αφού πολλές φορές μέχρι σήμερα τα ανώτατα εκπαιδευτικά ιδρύματα έχουν μετατραπεί σε χώρους τέλεσης αξιόποινων πράξεων αλλά και υπόθαλψης παραβατών. Αυτή είναι μια πραγματικότητα την οποία κανείς δεν πρέπει να παραβλέπει και κυρίως δεν πρέπει να αγνοούν οι φοιτητές και οι καθηγητές.
ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΟ
Το ασφαλιστικό είναι ένα από τα μεγαλύτερα προβλήματα, που αντιμετωπίζουμε σαν χώρα και σαν πολίτες – εργαζόμενοι, συνταξιούχοι αλλά και άνεργοι.
Αποτελεί το στήριγμα του ανθρώπου στη φάση της ζωής, που είτε ως απόμαχου της εργασίας πρέπει και οφείλουμε όλοι να του έχουμε εξασφαλίσει ποιοτική και αξιοπρεπή διαβίωση είτε στη διάρκεια της εργασίας αξιοπρεπή στήριξη στην ασφάλεια της υγείας του.
Αυτό το πλέγμα της ασφάλισης–ασφάλειας και συνταξιοδότησης πρέπει να διέπεται από μία ισχυρή καθολική και κοινωνικά ευαίσθητη νομοθεσία, που θα εξασφαλίζει πόρους, θα προσθέτει μέρισμα από τον παραγόμενο πλούτο και θα διευρύνει δικαιώματα και παρεχόμενες υπηρεσίες για όλους.
Δυστυχώς στη χώρα μας το σύστημα κοινωνικής ασφάλισης έχει περάσει από πολλά κύματα και προκρούστιες λογικές. Τα διάφορα προβλήματα αντιμετωπίστηκαν βραχυχρόνια και αποσπασματικά, δεν αναλήφθηκαν γενναίες μεταρρυθμιστικές πρωτοβουλίες ούτε πραγματοποιήθηκε ποτέ ένας βαθύς και ουσιαστικός διάλογος.
Ταυτόχρονα, οι εξελίξεις στην αγορά εργασίας, το παγκοσμιοποιημένο οικονομικό μοντέλο, η πίεση ελαχιστοποίησης του κόστους και ο λαϊκισμός, «στα όχι ή και τα ναι», που κατά περιόδους οι κοινωνικοί εταίροι προέβαλαν, έφεραν την κατάσταση σε εκρηκτικό σημείο.
Ιδιαίτερα τα τελευταία χρόνια οι αποσπασματικές ρυθμίσεις και η μετάθεση, στο απώτερο μέλλον, της λήψης ουσιαστικών μέτρων, για την αντιμετώπιση του προβλήματος, έχουν δημιουργήσει στο κόσμο της εργασίας, όχι μόνο ανασφάλεια αλλά σε πολλές περιπτώσεις και κοινωνικό αυτοματισμό.
Οι ανατροπές των μοντέλων χρηματοδότησης, οι χαριστικές ρυθμίσεις στους κακοπληρωτές, οι απαράδεκτες και υποκριτικές συμπεριφορές των εργοδοτών, οι ακριβοπληρωμένες εθελούσιες έξοδοι, οι αποσπασματικές, δαπανηρές και επιλεκτικές ρυθμίσεις στον ιδιωτικό τομέα αλλά και οι ψηφοθηρικές εντάξεις ομάδων χωρίς αναζήτηση πόρων ή ανταποδοτικών εισφορών δημιούργησαν χάος στην κοινωνική ασφάλιση.
Πρέπει λοιπόν να ανοίξει ο διάλογος για το ασφαλιστικό εδώ και τώρα. Δεν μπορεί ο εργαζόμενος να συνεχίζει να αποτελεί αντικείμενο πειραματισμού και οικονομικών εξισώσεων.
Όσο καθυστερεί να ανοίξει μια τέτοια συζήτηση άλλο τόσο επιβαρύνεται το υφιστάμενο πρόβλημα. Και όπως όλοι γνωρίζουμε, στο τέλος, το λογαριασμό κάποιοι θα τον ζητήσουν από τους εργαζομένους και τους συνταξιούχους.
Εξακολουθώντας να πιστεύουμε σταθερά στο δημόσιο χαρακτήρα της κοινωνικής ασφάλισης διεκδικούμε:
• Τριμερή χρηματοδότηση του ασφαλιστικού μας συστήματος (με αναλογία 2/9 εργαζόμενοι, 3/9 κράτος, 4/9 εργοδότες), που ανέτρεψε η προηγούμενη κυβέρνηση.
• Επιστροφή από το κράτος μέρος των χρημάτων που έχουν χαθεί με τις εφαρμοζόμενες αποτυχημένες πολιτικές όλων των προηγούμενων Κυβερνήσεων,
• Αξιοποίηση των αποθεματικών των ταμείων,
• Ενίσχυση των πολιτικών μείωσης της ανεργίας,
• Επίλυση του προβλήματος των ξένων εργατών καθώς και αντιμετώπιση του προβλήματος της εισφοροδιαφυγής και της "μαύρης" εργασίας,
• Αλλαγή της σύνθεσης των Δ.Σ. των ταμείων με τριμερή συμμετοχή και χωρίς πλειοψηφία του κράτους,
• Θέσπιση ειδικού φόρου για την κοινωνική ασφάλιση σε υψηλά εισοδήματα και επιχειρήσεις εντάσεως κεφαλαίου και νέας τεχνολογίας,
Παραμένουμε σταθεροί πάντα στη θέση ότι :
• δεν μπορούν να αυξηθούν οι εισφορές γιατί είναι υψηλότερες στην Ευρώπη,
• δεν μπορεί να υπάρξει μείωση των συντάξεων γιατί είναι οι χαμηλότερες στην Ευρώπη
• και δεν μπορεί να υπάρξει καμία αύξηση ορίων ηλικίας.

Τα παραπάνω μπορούν να επιτευχθούν με την πάταξη της εισφοροδιαφυγής, την αξιοποίηση των αποθεματικών των ταμείων, τον εξορθολογισμό του συστήματος απονομή συντάξεων, το νοικοκύρεμα των οικονομικών των ταμείων και δη των κλάδων υγείας.
Προϋπόθεση για να αποκτήσει ο κόσμος της εργασίας εμπιστοσύνη στο κράτος και να υποστηρίξει μεταρρυθμίσεις, που θα εξασφαλίζουν το παρόν και θα εγγυώνται το μέλλον αποτελεί η ανάδειξη των υπαιτίων καθώς και η καταγραφή και απόδοση ευθυνών για πράξεις ή παραλείψεις των διοικήσεων διαχρονικά.
Όσον αφορά στα αποθεματικά των ταμείων, θα είμαστε μπροστά σε κάθε ενέργεια, που θα αποσκοπεί στη διεκδίκηση των χρημάτων τους, διαχρονικά, μακριά όμως τόσο από κοντόφθαλμες πρακτικές και επιλεκτικές μνήμες όσο και από σκοπιμότητες και υπαγορεύσεις, όπως για παράδειγμα η «νομοθετική ρύθμιση» αποκατάστασης των ζημιών των ασφαλιστικών ταμείων, που προτάθηκε από ΓΣΕΕ και ΑΔΕΔΥ.
ΑΞΟΝΕΣ ΔΡΑΣΗΣ
Η Κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας οφείλει και μπορεί να αναλάβει, μέσω ενός μόνιμου σοβαρού και υπεύθυνου κοινωνικού διαλόγου, ουσιαστικές πρωτοβουλίες, με σεβασμό και στήριξη σε κάθε περίπτωση των ελεύθερων συλλογικών διαπραγματεύσεων, στοχεύοντας στην κοινωνική ισορροπία και συνοχή, επιμερίζοντας την κοινωνική ευθύνη και δίνοντας ώθηση σε αναγκαίες κοινωνικές πολιτικές.
1. Βασική προτεραιότητα θα πρέπει να αποτελέσει το πλαίσιο για πλήρη απασχόληση, με «ασφάλεια εργασίας», με ενίσχυση και αποτελεσματική λειτουργία των ελεγκτικών μηχανισμών, αφού οι λεγόμενες «ευέλικτες» μορφές απασχόλησης αποτελούν ήδη μια πραγματικότητα και στη χώρα μας
2. Εμπέδωση της δικαιοσύνης και της αλληλεγγύης των γενεών στο Δημόσιο Ασφαλιστικό σύστημα, για τη βιωσιμότητα του οποίου θα πρέπει άμεσα να προχωρήσει ένας υπεύθυνος κοινωνικός διάλογος, χωρίς βέβαια η κυβέρνηση να ενδώσει στις όποιες προτροπές και πιέσεις των κέντρων εκείνων που σκέπτονται περισσότερο μονεταριστικά και λιγότερο κοινωνικά.
3. Η καθιέρωση ενός φορολογικού συστήματος, δίκαιου που θα κινείται στην κατεύθυνση ενίσχυσης των χαμηλών εισοδημάτων
4. Καθιέρωση από το κράτος ενιαίας κατώτερης σύνταξης «επιβίωσης», προνοιακού χαρακτήρα είτε άμεσα, είτε έμμεσα μέσω των Ταμείων, πάνω από το επίπεδο «ορίου φτώχειας», πάνω από το επίπεδο του κατώτερου ημερομισθίου του ανειδίκευτου εργάτη, για όλους όσους έχουν συμπληρώσει τα 35 χρόνια εργασίας ή το 65ο έτος ηλικίας, ανεξάρτητα αν υπήρξαν αγρότες, μισθωτοί, αυτοαπασχολούμενοι κ.τ.λ. και ανεξάρτητα αν στη συνέχεια δικαιούνται βάση της ανταποδοτικότητας των εισφορών, πρόσθετη σύνταξη.
5. Ο στόχος της πλήρους απασχόλησης μπορεί να επιτευχθεί και με τη στήριξη των μικρομεσαίων Επιχειρήσεων, οι οποίες δημιουργούν επτά (7) στις δέκα (10) θέσεις εργασίας στη χώρα μας.
Χρειάζεται, όμως, η λήψη μέτρων όπως:
• άρση των φορολογικών αντικινήτρων και εκλογίκευση των φόρων
• ουσιαστικό κτύπημα της γραφειοκρατίας
• οικονομική στήριξη για τον εκσυγχρονισμό τους και τη δημιουργία φιλικού περιβάλλοντος από τις τράπεζες.
6. Tο πέρασμα στην οικονομία της γνώσης πρέπει να επιτευχθεί με παράλληλη ενίσχυση του συστήματος κοινωνικής προστασίας. Η επένδυση στον άνθρωπο και η ανάπτυξη ενεργού και δυναμικού κράτους πρόνοιας έχει ζωτική σημασία τόσο στη θέση της Ευρώπης στην οικονομία της γνώσης όσο και για να εξασφαλιστεί ότι η εμφάνιση της νέας οικονομίας δεν θα επιτείνει τα υφιστάμενα κοινωνικά προβλήματα της ανεργίας, του κοινωνικού αποκλεισμού και της ένδειας.
7. Οι τεχνολογικές αλλαγές πρέπει να οδηγήσουν σε βελτίωση του επιπέδου και των συνθηκών ζωής για το σύνολο της κοινωνίας. Η ανάπτυξη νέων τεχνολογιών, της πληροφορίας και της επικοινωνίας αποτελεί μια εξαιρετική ευκαιρία την οποία πρέπει να εκμεταλλευτούμε πλήρως, φροντίζοντας να μην διευρυνθεί το χάσμα μεταξύ εκείνων που έχουν πρόσβαση στις νέες γνώσεις και εκείνων που δεν έχουν
8. Η αναβάθμιση του εκπαιδευτικού μας συστήματος και η σύνδεση του με τις αναπτυξιακές ανάγκες της χώρας, η ελεύθερη πρόσβαση σ’ αυτό των νέων και η δια βίου εκπαίδευση είναι βασικοί παράγοντας για την ανταπόκριση της χώρας μας στις σύγχρονες προκλήσεις που δημιουργεί το νέο ανταγωνιστικό περιβάλλον και οι ανάγκες της αγοράς εργασίας. Το εκπαιδευτικό μας σύστημα πρέπει στην αρχή του νέου αιώνα, εκτός από παράγοντας οικονομικής ανάπτυξης και εργαλείο αντιμετώπισης της ανεργίας να γίνει μοχλός θετικής αναδιανομής των εισοδημάτων στη χώρα μας.
9. Καθιέρωση και στη χώρα μας ελάχιστου εγγυημένου εισοδήματος για την εξασφάλιση ενός ελάχιστου ορίου αξιοπρεπούς διαβίωσης, με την οικονομική στήριξη όσων βρίσκονται κάτω από τα όρια της φτώχιας.
10. Πέραν των έξι θεμελιωδών αξιών, που περιλαμβάνει ο Χάρτης Κοινωνικών Δικαιωμάτων της Ε.Ε. (αξιοπρέπεια, ελευθερία, ισότητα, αλληλεγγύη, ιθαγένεια, δικαιοσύνη) να συμπεριληφθούν με καθαρό και σαφή τρόπο τα εξής:
• το δικαίωμα στην εργασία
• το δικαίωμα στην αμοιβή
• το δικαίωμα στην απεργία
• το δικαίωμα στο ελάχιστο εγγυημένο εισόδημα
• το δικαίωμα στην ισότιμη πρόσβαση της κοινωνικής ασφάλισης και της κοινωνικής πρόνοιας.
11. Απαιτούνται πολιτικές κατά του ρατσισμού και της ξενοφοβίας. Απαιτούνται μέτρα καταπολέμησης όλων των διακρίσεων λόγω φύλου ή εθνότητας, καταγωγής, θρησκεύματος καθώς και δράσεις για την καλύτερη ένταξη των ατόμων με ειδικές ανάγκες σε όλους τους τομείς της κοινωνικής και οικονομικής ζωής.
12. Τα τελευταία χρόνια παρατηρείται μια συνεχής και σταθερή βελτίωση του ρόλου της γυναίκας στην κοινωνικοοικονομική ζωή της χώρας. Επίσης το ποσοστό συμμετοχής των γυναικών στην αγορά εργασίας έχει αυξηθεί σημαντικά, χωρίς όμως ακόμα να μπορεί να προσεγγίσει τα αντίστοιχα επίπεδα των ανεπτυγμένων κοινωνιών και οικονομιών.
Στηρίζουμε την ενδυνάμωση των πολιτικών ισότητας σε όλους τους άξονες της δράσης μας, αφού συμφωνήσουμε, πρώτα από όλα, ότι η ισότητα δεν αποτελεί αριθμητική πράξη αλλά στάση ζωής, πολιτιστική αξία και δικαίωση του ανθρώπινου γένους. Οφείλουμε όλοι να κινηθούμε με επιμονή, σχεδιασμό και κατεύθυνση στη διάσταση της κοινωνικής πολιτικής, προκειμένου η ενίσχυση της θέσης των γυναικών να μην λάβει τη μορφή βοήθειας αλλά αναγνώρισης.
13. Η γήρανση του πληθυσμού αποτελεί τη μεγάλη πρόκληση για κάθε μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Απαιτούν συνεχώς και σε ευρωπαϊκό και σε Εθνικό επίπεδο, αποτελεσματικές πολιτικές στήριξης για την οικογένεια, την παιδική ηλικία, την εργαζόμενη γυναίκα.
14. Βασικός πολιτικός μας στόχος πρέπει να είναι η ενίσχυση των παροχών της κοινωνικής ασφάλισης. Θεωρούμε ότι το ασφαλιστικό σύστημα στην Ελλάδα έχει μέλλον και είναι βιώσιμο εάν στηριχθεί στα παρακάτω δεδομένα:
• τριμερής χρηματοδότηση του ασφαλιστικού συστήματος για όλους τους εργαζομένους
• ουσιαστική αξιοποίηση των αποθεματικών των ταμείων
• πολιτικές μείωσης της ανεργίας
• επίλυση του προβλήματος των αλλοδαπών εργατών
• αντιμετώπιση του προβλήματος της εισφοροδιαφυγής
15. Η μεταρρύθμιση στο χώρο της υγείας πρέπει να στοχεύσει στην εξασφάλιση ενός ελαχίστου πλαισίου παροχής περίθαλψης για όλους τους πολίτες, μέσα από ένα σύστημα υγείας, όπου με ευθύνη του κράτους θα υπάρχει ισορροπημένη συνύπαρξη του δημόσιου και ιδιωτικού τομέα, που θα εξασφαλίζει αποδοτικότητα και αποτελεσματικότητα υπηρεσιών, αλλά και ποιότητα και ισότητα στη πρόσβαση των πολιτών
Πρωταγωνιστής της προσπάθειας αυτής πρέπει να είναι ο τομέας της κοινωνικής ασφάλισης, όπου αποφασιστικό ρόλο θα έχουν οι εκπρόσωποι των εργαζομένων. Αποτελεί παγκόσμια πρωτοτυπία η Ελλάδα να συνεχίζει να έχει στο περιθώριο των αποφάσεων και των επιλογών για την υγεία, τους εκπροσώπους των κυρίων χρηματοδοτών του συστήματος κοινωνικής ασφάλισης, δηλαδή στους ασφαλισμένους.
Πρέπει και στη χώρα μας να εξασφαλίσουμε τα επόμενα χρόνια την κυριαρχία των χρηστών σε ένα σύγχρονο και αποτελεσματικό σύστημα υγείας, που άλλωστε είναι και ο πυρήνας όλων των μεταβολών στην υγεία σε διεθνή κλίμακα.
16. Σταθερός μας στόχος θα πρέπει να είναι το κτύπημα της γραφειοκρατίας και της κρατικής αναλγησίας. Θέλουμε ένα κράτος υπηρέτη και όχι δυνάστη του Πολίτη. Ένα κράτος που θα εγγυάται την ασφάλεια του πολίτη. Ένα κράτος με αποκεντρωμένες εξουσίες, με πρώτο, δεύτερο και τρίτο βαθμό αυτοδιοίκησης και με μία αποτελεσματική δημόσια διοίκηση, που θα στηρίζεται στην αξιοκρατία και τη διαφάνεια.
17. Όσον αφορά στην κατανομή του πληθυσμού σε παραγωγικές θέσεις πρέπει να εξετάσουμε με προσοχή πέραν της οικονομικής, την ιστορική και κοινωνική σημασία του αγροτικού τομέα στη χώρα μας. Για την Ελλάδα δεν είναι μόνο εξαιρετικά δύσκολο, αλλά ίσως ιστορικά, εθνικά και κοινωνικά ανεπιθύμητο να μειωθεί ο αγροτικός πληθυσμός στα επίπεδα των προηγμένων βιομηχανικά χωρών. Πέραν του ότι αυτό θα προκαλέσει περαιτέρω συρρίκνωση της ελληνικής περιφέρειας, σε διακεκριμένες δε περιπτώσεις και σε ευαίσθητες περιοχές είναι πολύ πιθανός να συνεπιφέρει μέχρι και απώλεια εθνικού ελέγχου. Η εμπειρία αποδεικνύει ότι ο Έλληνας αγρότης, λόγω του μικρού οικονομικού μεγέθους της δραστηριότητας του και της αδυναμίας του να αυτό-οργανωθεί και να αυτοπροσδιορίσει τη θέση του μέσα στο πολύπλοκο ευρωπαϊκό και διεθνές περιβάλλον, χρειάζεται την κρατική μέριμνα και υποστήριξη.
18. Δημιουργία συνθηκών για την περαιτέρω ανάπτυξη των τουριστικών υποδομών της χώρας και κατάρτιση ενός ολοκληρωμένου σχεδίου για την προώθηση μορφών εναλλακτικού τουρισμού (όπως ο θεραπευτικός–ιαματικός τουρισμός, ο θρησκευτικός τουρισμός, ο οικολογικός τουρισμός, ο εκπαιδευτικός τουρισμός, ο αγροτουρισμός κ.λ.π.). Ο τουριστικός τομέας αποτελεί, διαχρονικά, έναν από τους, πλέον, προσοδοφόρους τομείς για τη χώρα και σε αυτόν απασχολείται ένα μεγάλο τμήμα του εργατικού δυναμικού, για αυτό άλλωστε, αποκαλείται και ως η «βαριά βιομηχανία» της Ελλάδος. Η διασφάλιση της ποιότητας των παρεχόμενων υπηρεσιών, μέσα από την ενδυνάμωση των ελέγχων από τις αρμόδιες υπηρεσίες του Ε.Ο.Τ., η προβολή του γεωγραφικού «κάλλους» και της αρχαιολογικής και πολιτιστικής κληρονομιάς της πατρίδας μας διεθνώς, η ενθάρρυνση της επενδυτικής δραστηριότητας, μέσα από τη διαμόρφωση ενός ευνοϊκού πλαισίου σε συνδυασμό με τη διεύρυνση και τον εμπλουτισμό του τουριστικού προϊόντος είναι ικανά να αναδείξουν τη χώρα μας, σαν πρώτο προορισμό υψηλή ποιότητας τουρισμού παγκόσμια.

ΤΟ ΟΡΑΜΑ ΜΑΣ
Ο δικός μας αγώνας έχει σαν στόχο μια Ευρώπη στην οποία θα κυριαρχεί η δικαιοσύνη, η ισότητα και η ευημερία για όλους. Στην επίτευξη αυτού του στόχου έχουμε έναν ιδιαίτερο ρόλο να διαδραματίσουμε εμείς ως Έλληνες. Και αυτό διότι η ελληνική κοινωνία, παρά τα πλήγματα που έχει δεχθεί, είναι και θα συνεχίσει να είναι φορέας μιας μακραίωνης πολιτισμικής παράδοσης, στην οποία τα ανώτερα αυτά ιδανικά κυριαρχούν. Χωρίς διάθεση υποτίμησης των άλλων Ευρωπαϊκών λαών, πρέπει να αναγνωρίσουμε τον πρωτεύοντα ρόλο της Ελλάδας στον πολιτιστικό και ιδεολογικό τομέα αφού κάθε αντίστοιχη κίνηση στη Δύση έχει τις πηγές προέλευσης της, από τον Αρχαίο Ελληνικό και χριστιανικό πολιτισμό.
Η Ελλάδα μπορεί και πρέπει να πρωτοστατήσει στην εκπόνηση και εφαρμογή ενός περισσότερο ελπιδοφόρου σχεδίου για την Ευρώπη του μέλλοντος και την ευημερία των λαών της. Προς αυτή την κατεύθυνση η στάση μας πρέπει να είναι στάση πυγμής και ανυποχώρητης δράσης. Ό,τι θεωρούμε ουσιαστικό για την κοινωνία του αύριο δεν πρέπει ποτέ να αποδεχθούμε να μετατραπεί σε ζήτημα πολιτικών μικροσυμβιβασμών, διαπραγματεύσεων και μικροδιευθετήσεων.
Η κοινωνική συνοχή, η καταπολέμηση των ανισοτήτων, η διασφάλιση του δικαιώματος στη δουλειά και η ευημερία για όλους, δηλαδή η ανοιχτή δημοκρατική κοινωνία που πορεύεται ενωμένη και όχι διαιρεμένη, είναι στοιχεία της πολιτισμικής και πολιτικής μας κληρονομιάς και αδιαπραγμάτευτος πολιτικός μας στόχος.
Η εθνική μας ταυτότητα, τα εθνικά δίκαια και το κοινωνικό μοντέλο που προκύπτει από την πολιτισμική μας παράδοσης είναι οι άξονες γύρω από τους οποίους πρέπει να οργανωθεί ο πολιτικός μας λόγος και η πολιτική μας δράση.
 

 

Social Networks

Με ενδιαφέρει η γνώμη σας

Περιμένω τις απόψεις, προτάσεις, θέσεις σας σε θέματα που σας αφορούν. Είμαι στη διάθεσή σας να αναλάβω δράση για θέματα κοινού ενδιαφέροντος.

Υποβολή ερώτησης