Κώστας Πουπάκης

Παρασκευή 20 Οκτωβρίου 2017 -

Απασχόληση και Ανεργία στην Ευρωπαϊκή Ένωση

E-mail

Διήμερης Προσυνεδριακή Συνδιάσκεψης Ν.Δ. με θέμα: «Οικονομία – Ανάπτυξη – Απασχόληση»

Απασχόληση και Ανεργία στην Ευρωπαϊκή Ένωση

1. Η επίδραση της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης στην Ευρωπαϊκή Αγορά Εργασίας

2. Στρατηγικοί Στόχοι, Βασικές Προτεραιότητες και Μελλοντικές Δράσεις για την Απασχόληση εν όψει της Στρατηγικής «Ευρώπη 2020»

 

Εισηγητής: Κώστας Πουπάκης, Ευρωβουλευτής ΝΔ/ΕΛΚ

 

 

 

 

 

Ναύπλιο 2010

1. Η επίδραση της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης στην Ευρωπαϊκή Αγορά Εργασίας

Η εκδήλωση της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης και ιδιαίτερα η κλιμάκωσή της κατά το προηγούμενο έτος έχει ακυρώσει ουσιαστικά όλα τα βήματα οικονομικής και κοινωνικής προόδου της Ευρωπαϊκής Ένωσης την τελευταία 15ετία. Όλες οι εκτιμήσεις συγκλίνουν στο ότι τα 2 έτη κρίσης ήταν αρκετά για να εξαλείψουν 20 χρόνια δημοσιονομικής εξυγίανσης.
Έπειτα από μια μακρά περίοδο με σχετικά υψηλούς ρυθμούς οικονομικής ανάπτυξης και δημιουργία θέσεων εργασίας-κατά την περίοδο 2005-2008 δημιουργήθηκαν 9.7 εκατ. νέες θέσεις απασχόλησης, η οικονομική κρίση έχει οδηγήσει την ευρωπαϊκή οικονομία στη χειρότερη ύφεση μεταπολεμικά.
Οι συνέπειες της κρίσης είναι ιδιαίτερα δυσμενείς για τα ευρωπαϊκά νοικοκυριά και την απασχόληση. Η συρρίκνωση της αγοραστικής δύναμής των μεσαίων και χαμηλών εισοδηματικά στρωμάτων, η υποβάθμιση του μέσου επιπέδου διαβίωσης και η αύξηση του ποσοστού της φτώχειας κάτω από τα όρια της οποίας διαβιούν περισσότεροι από 80 εκατ. ευρωπαίοι πολίτες δυσχεραίνουν την επίτευξη των στρατηγικών στόχων της κοινωνικής συνοχής, της οικονομικής και περιφερειακής σύγκλισης. Δεν είναι καθόλου τυχαίο ότι το τρέχον έτος έχει αφιερωθεί στην καταπολέμηση της φτώχειας. Ταυτόχρονα οι εθνικές αγορές εργασίας εμφανίζουν έντονη αδυναμία στη δημιουργία νέων, μακροπρόθεσμα βιώσιμων θέσεων σταθερής απασχόλησης ενώ οδηγούμαστε στην πλήρη απορρύθμιση των εργασιακών σχέσεων, σε μια λογική συμπίεσης του εργασιακού κόστους μέσα από την περιστολή κεκτημένων εργασιακών και ασφαλιστικών δικαιωμάτων. Το μέγεθος των επιπτώσεων είναι τέτοιο, ώστε εύκολα μπορεί να υποστηρίξει κανείς ότι η κρίση που ξεκίνησε από τις διεθνείς χρηματαγορές έχει μετεξελιχθεί πλέον σε κρίση απασχόλησης.
Η μείωση του ΑΕΠ της Ευρωπαϊκής Ένωσης κατά 4% για το 2009, η οπισθοχώρηση της βιομηχανικής παραγωγής στα επίπεδα της δεκαετίας του 1990 και η συρρίκνωση του αναπτυξιακού δυναμικού της Ένωσης στο μισό κατά τη διάρκεια της κρίσης διαμορφώνουν συνθήκες συνεχούς αύξησης της ανεργίας, δυσχεραίνοντας κάθε προσπάθεια ανάπτυξης της απασχόλησης.
Η απασχόληση έχει μειωθεί κατά 4.9 εκατ.(2.2%), σε σχέση με πριν από ένα χρόνο και έχει φθάσει στα 221 εκατ. για το τελευταίο τέταρτο του 2009, κυρίως λόγω της μεγάλης καθίζησης στους κλάδους των κατασκευών – οικοδομών, τις σοβαρές μειώσεις στις μαζικές βιομηχανικές κατασκευές, τα ορυχεία, τις μεταφορές, τον τουρισμό, τις τέχνες και τη διασκέδαση. Σημαντική μείωση παρουσιάζει και η απασχολησιμότητα των ατόμων με χαμηλές δεξιότητες.
Μέσα σε αυτό το δυσμενές περιβάλλον για την απασχόληση υπονομεύεται το μοντέλο της μισθωτής εξαρτημένης εργασίας και επεκτείνονται άναρχα και χωρίς την ανάλογη θεσμική θωράκιση οι ευέλικτες μορφές εργασίας (μερική απασχόληση, προσωρινή ή ορισμένου χρόνο εργασία, κατ’ οίκον εργασία, τηλεργασία) και κυρίως οι πιο ακραίες μορφές της ευελιξίας (ενοικιαζόμενη εργασία, εργολαβίες) ενώ διογκώνεται το φαινόμενο της αυτοαπασχόλησης, η οποία διέπεται από αόριστες εργασιακές ρυθμίσεις, με ένα σημαντικό μέρος της οποίας να πρόκειται για ψευδοαυτοαπασχόληση (μπλοκάκια), δηλαδή για εργαζόμενους που δεν απολαμβάνουν την προστασία των ρυθμίσεων της εξαρτημένης εργασίας, αλλά φέρουν τις υποχρεώσεις που απορρέουν από μια τέτοια σχέση. Οι εργαζόμενοι με σύμβαση ορισμένου χρόνου ή με σύμβαση προσωρινής απασχόλησης έχουν υποστεί καίριο πλήγμα, γεγονός που καταδεικνύει ότι η «ευελιξία» δεν είναι πανάκεια, όπως υποστηρίζουν μερικοί, για την καταπολέμηση της ανεργίας. Είναι ενδεικτικό ότι το 34% του συνόλου των ευρωπαϊκών επιχειρήσεων απασχολούν τουλάχιστον 10 υπαλλήλους για λιγότερο από 15 ώρες εβδομαδιαίως. Τα 19 εκατ. φτωχών ευρωπαίων εργαζομένων, μαρτυρούν, την αδυναμία της πλειοψηφία των «ευέλικτων εργαζομένων» να διασφαλίζουν τα προς το ζην.
Στην ευρεία χρήση των ευέλικτων μορφών απασχόλησης, άλλωστε, οφείλεται κυρίως και η μικρή αύξηση της ζήτησης για απασχόληση το 2010, που κυμαίνεται στο 1.4%. Παρόλο που σε ευρωπαϊκό επίπεδο τα ποσοστά των απολύσεων πέφτουν, δεν παρατηρείται καμία κινητικότητα στις προσλήψεις, στοιχείο που υποδηλώνει ότι οι μειωμένες ώρες εργασίας στην Ευρώπη έχουν οδηγήσει σε ευρύτατη διάδοση της υποαπασχόλησης. Παράλληλα στα περισσότερα κράτη-μέλη έχει σημειωθεί άνοδος της αδήλωτης εργασίας, γεγονός που εγκυμονεί σοβαρούς κινδύνους σε δημοσιονομικό-οικονομικό, κοινωνικό αλλά και πολιτικό επίπεδο.
Παρά την πρόοδο που είχε σημειωθεί μέχρι το 2008 τα ποσοστά απασχόλησης-κατά μέσο όρο 69% (άνδρες 76%-γυναίκες μόνο 63%)- εξακολουθούν να είναι σημαντικά χαμηλότερα από τα αντίστοιχα των βασικών οικονομικών μας εταίρων. Μόνο το 46% των εργαζομένων μεγαλύτερης ηλικίας (55-64) απασχολούνται σε σύγκριση με ποσοστό άνω του 62% στις ΗΠΑ και την Ιαπωνία.
Σύμφωνα με τα τελευταία επίσημα στοιχεία της Eurostat, για το Φεβρουάριο του 2010, οι άνεργοι στην Ευρώπη των 27 ξεπερνούν τα 23 εκατ., φθάνοντας το 9.6%. Το ποσοστό αυτό είναι το υψηλότερο από την έναρξη των μετρήσεων τον Ιανουάριο του 2000 και είναι αυξημένο κατά 1.3% σε σχέση με το Φεβρουάριο του προηγούμενου έτους, δηλαδή ο αριθμός των ανέργων εντός της ΕΕ αυξήθηκε κατά 3 εκατ.139 χιλιάδες μέσα σε μόλις 1 χρόνο. Ενδεικτικό της ραγδαίας μείωσης της απασχόλησης είναι ότι σε διάστημα ενός μήνα από τον Ιανουάριο έως τον Φεβρουάριο του 2010 χάθηκαν περισσότερες από 131.000 θέσεις εργασίας. Τα χαμηλότερα ποσοστά ανεργίας παρατηρούνται στην Ολλανδία (4%) και την Αυστρία (5%) ενώ τα υψηλότερα στην Λετονία (21.7%) και την Ισπανία (19%).
Παρόμοια είναι και η κατάσταση εντός της Ευρωζώνης με το ποσοστό ανεργίας να ανέρχεται στο 10%-15 εκατ. 749 χιλιάδες, που είναι και το υψηλότερο ποσοστό από τον Αύγουστο του 1998. Ο αριθμός των ανέργων αυξήθηκε μέσα σε ένα έτος (Φεβρουάριος 2009-Φεβρουάριος 2010) κατά 1.2%-1 εκατ. 844 χιλιάδες. Στις ΗΠΑ η ανεργία την ίδια περίοδο βρίσκονταν στο 9.7% και στην Ιαπωνία στο 4.9%.
Τα ποσοστά ανεργίας ανάλογα με το φύλο κινούνται περίπου με τους ίδιους ρυθμούς, αν και αρχικά οι άνδρες είχαν πληγεί περισσότερο, λόγω του γεγονότος ότι η κρίση έπληξε περισσότερο ανδροκρατούμενους κλάδους απασχόλησης.
Συγκεκριμένα, η ανεργία στις γυναίκες ανήλθε το τελευταίο έτος από 9.2% σε 10% εντός της Ευρωζώνης και από 8.4% σε 9.3% για την Ευρώπη των 27, όταν η αύξηση της πρόσβασης των γυναικών στην αγορά εργασίας αποτελεί διαχρονικά κεντρικό στόχο των ευρωπαϊκών πολιτικών απασχόλησης.
Οι νέοι έχουν υποστεί ισχυρό πλήγμα από την κρίση καθώς το ποσοστό ανεργίας για άτομα έως 25 ετών ξεπερνάει το 20% και είναι το υψηλότερο που έχει καταγραφεί ποτέ από την Eurostat, όταν το Μάιο του 2008 βρίσκονταν στο 14.7%. Η μακροχρόνια ανεργία εξακολουθεί να εμφανίζει μεγάλες διαστάσεις και τα ποσοστά μετάβασης των εργαζομένων μεγαλύτερης ηλικίας (55-64 ετών) από την ανεργία στην εργασία είναι ιδιαίτερα χαμηλά. Υπάρχει σοβαρός κίνδυνος οριστικής απομάκρυνσης από την αγορά εργασίας των ατόμων, που βρίσκονται εκτός του κόσμου της εργασίας ή συνδέονται περιστασιακά με αυτόν καθώς αυξάνεται η μέση διάρκεια της ανεργίας, ειδικότερα δε για τους ανέργους χαμηλής ειδίκευσης, ενώ εκτιμάται ότι μέχρι το 2020 η ζήτηση για άτομα χαμηλού επιπέδου δεξιοτήτων θα μειωθεί κατά 12 εκατ. θέσεις απασχόλησης.

2. Στρατηγικοί Στόχοι, Βασικές Προτεραιότητες και Μελλοντικές Δράσεις για την Απασχόληση εν όψει της Στρατηγικής «Ευρώπη 2020»

Όπως γίνεται αντιληπτό έχει διαμορφωθεί μια ιδιαίτερα δύσκολη κατάσταση για το σύνολο των κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, με ορατή την απειλή μιας γενικευμένης κοινωνικής κρίσης. Μέσα σε αυτήν τη δυσμενή κοινωνική και οικονομική συγκυρία η Ένωση καλείται να καταρτίσει ένα νέο δεκαετές αναπτυξιακό σχέδιο, προκειμένου να αντιμετωπίσει με επιτυχία σημαντικές προκλήσεις, οικοδομώντας μια ευρωπαϊκή κοινωνία ευημερίας και ίσων ευκαιριών για όλους.
Σε πρώτη φάση θα πρέπει να περιοριστεί ο κοινωνικός αντίκτυπος της ανεργίας με την ενδυνάμωση του πλέγματος κοινωνικής προστασίας και να δημιουργηθούν οι συνθήκες άμεσης ανάπτυξης της απασχόλησης αμέσως μετά την ανάκαμψη της οικονομικής δραστηριότητας. Η έξοδος από την ύφεση θα πρέπει να αποτελέσει το σημείο εισόδου σε μια διατηρήσιμη κοινωνική οικονομία της γνώσης, σε ένα νέο μοντέλο ανάπτυξης χωρίς αποκλεισμούς, που θα έχει στο επίκεντρό του τον άνθρωπο και θα συνδυάζει ισότιμα την ανταγωνιστικότητα με την κοινωνική συνοχή.
Ανάπτυξη χωρίς αποκλεισμούς σημαίνει παροχή δυνατοτήτων στους πολίτες μέσα από υψηλά επίπεδα απασχόλησης, επένδυση σε δεξιότητες, εκσυγχρονισμός της αγοράς εργασίας και καταπολέμηση της φτώχειας στην κατεύθυνση της οικοδόμησης μιας δίκαιης και συνεκτικής κοινωνίας. Τα οφέλη της οικονομικής ανάπτυξης θα πρέπει να διαχέονται σε όλα τα μέρη της Ένωσης ακόμη και στις πιο απομακρυσμένες περιοχές θεμελιώνοντας την εδαφική συνοχή και διασφαλίζοντας πρόσβαση και ευκαιρίες για όλους καθ’ όλη τη διάρκεια του κύκλου ζωής. Η Ευρώπη πρέπει να αξιοποιήσει πλήρως το εργατικό της δυναμικό, ώστε να αντιμετωπίσει τις προκλήσεις της γήρανσης του πληθυσμού και της αύξησης του παγκόσμιου ανταγωνισμού, σε μια περίοδο που η διατηρησιμότητα των συστημάτων κοινωνικής ασφάλισης των κρατών-μελών της κινδυνεύει και τα ποσοστά αντιστοιχίας ενεργού και μη πληθυσμού είναι ιδιαίτερα ανησυχητικά.
Κορυφαίος στόχος στα πλαίσια της κατάρτισης της Στρατηγικής «Ευρώπη 2020» είναι η επίτευξη της βέλτιστης δυνατής ισορροπίας ανάμεσα στα μέτρα που πρέπει να ληφθούν τόσο για τη διασφάλιση της μακροπρόθεσμης ανάπτυξης και την αποκατάσταση της δημοσιονομικής σταθερότητας όσο και την ενίσχυση της Κοινωνικής Διάστασης της Ευρώπης.
Η Στρατηγική της Λισαβόνας 2010 θα πρέπει να αξιολογηθεί με την ουσιαστική συμμετοχή των κοινωνικών εταίρων και έπειτα από μια προσεκτική μελέτη των αποτελεσμάτων της να συνδιαμορφώσουμε μια νέα Στρατηγική, που θα ενδυναμώνει το Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Μοντέλο και θα ανταποκρίνεται επαρκώς στα δίκαια αιτήματα της μεγάλης πλειοψηφίας της ευρωπαϊκής κοινωνίας. Με ξεκάθαρες πολιτικές στοχοθετήσεις και διευρυμένη συνεργασία ανάμεσα στην Ε.Ε. και τα κράτη-μέλη πρέπει να περιοριστούν δραστικά οι οικονομικές, κοινωνικές και εδαφικές ανισότητες και να ληφθούν υπόψη οι ιδιαίτερες διαφοροποιήσεις στα σημεία εκκίνησης των κρατών-μελών.
Η Ευρώπη έχει ανάγκη από μια δίκαιη, προσβάσιμη και χωρίς διακρίσεις αγορά εργασίας, όπου θα αντιμετωπίζεται το φαινόμενο της αδήλωτης εργασίας κυρίως στους κύκλους των μεταναστών, θα ενισχύεται η συμμετοχή των γυναικών και των ευπαθών κοινωνικών ομάδων ενώ η εκπαίδευση και η κατάρτιση θα συνδέονται με τις ανάγκες της αγοράς εργασίας.
Μέσα από αναθεωρημένα και ανανεωμένα προγράμματα:
• Δια βίου μάθησης και ανάπτυξης των επαγγελματικών δεξιοτήτων του εργατικού δυναμικού και των ανέργων.
• Κατάρτισης και επανακάταρτισης των ευπαθών κοινωνικών ομάδων και των ανέργων.
• Επιδοτήσεων της απασχόλησης (μετατροπή του επιδόματος ανεργίας σε επίδομα απασχόλησης).
• Στοχευμένων πολιτικών απασχόλησης σε παραγωγικούς κλάδους που πλήττονται από την ανεργία.
• Σύνδεσης της απασχόλησης με τη συνεχή εκπαίδευση και κατάρτιση, για όλες τις μορφές απασχόλησης.
• Παροχής κινήτρων για συνέχιση των σπουδών.
• Καταπολέμησης του φαινομένου της πρόωρης σχολικής εγκατάλειψης.
Με αυτόν τον τρόπο θα δημιουργηθεί ένα εργατικό δυναμικό ικανό να ανταποκριθεί με επάρκεια στις διαρκώς μεταβαλλόμενες ανάγκες των σύγχρονων αγορών εργασίας και θα μειωθεί σημαντικά η διαρθρωτική ανεργία.
Είναι επιτακτική ανάγκη η προστασία των εργαζομένων από τις αναδιαρθρώσεις των επιχειρήσεων και η ενίσχυση και θεσμική θωράκισης της ασφάλειας στην αγορά εργασίας, καθώς η υπάρχουσα ευελιξία δεν υπόκειται σε κανέναν έλεγχο. Απαιτείται η δημιουργία ενός ενιαίου θεσμικού πλαισίου προκειμένου να μη δημιουργείται εργατικό δυναμικό πολλαπλών ταχυτήτων. Οι υπάρχουσες μορφές ευέλικτης εργασίας πρέπει να λειτουργούν ως ενδιάμεσο στάδιο για τη μετάβαση στην πλήρη και σταθερή εργασία και όχι ως ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των επιχειρήσεων. Επίσης στους ευέλικτους εργαζόμενους θα πρέπει να διασφαλίζονται αξιοπρεπή εισοδήματα, δυνατότητα συνεχούς εκπαίδευσης και κατάρτισης, σεβασμός σε κατοχυρωμένα ασφαλιστικά και εργασιακά δικαιώματα καθώς και συμφιλίωση της επαγγελματικής με την οικογενειακή ζωή. Βασική επιδίωξη θα πρέπει να αποτελεί η δημιουργία μακροπρόθεσμα βιώσιμων και ποιοτικών θέσεων σταθερής εργασίας και η θεσμική κατοχύρωση του κοινωνικού διαλόγου σε κάθε επίπεδο διακυβέρνησης.

Βασικές προτεραιότητες για την Ευρωπαϊκή Στρατηγική της ερχόμενης δεκαετίας

Ο σχεδιασμός της Στρατηγικής για την ερχόμενη δεκαετία, αν και ακόμα βρίσκεται στο επίπεδο της διαβούλευσης, βασίζεται σε τρεις αλληλοενισχυόμενες προτεραιότητες:
• Έξυπνη ανάπτυξη, ανάπτυξη δηλαδή μιας οικονομίας βασιζόμενης στη γνώση και την καινοτομία
• Διατηρήσιμη ανάπτυξη, προώθηση δηλαδή, μιας πιο αποδοτικής στη χρήση πόρων, πιο πράσινης και πιο ανταγωνιστικής οικονομίας
• Ανάπτυξη χωρίς αποκλεισμούς, διασφάλιση, με λίγα λόγια, μιας οικονομίας με υψηλή απασχόληση που θα επιτυγχάνει κοινωνική και εδαφική συνοχή.
Με βάση τις προτεραιότητες αυτές για ανάκαμψη και αύξηση της απασχόλησης, θα πρέπει να τεθούν και οι αντίστοιχοι κεντρικοί στόχοι, που έχουν να κάνουν με την αύξηση της απασχόλησης, την ενίσχυση των επενδύσεων στην έρευνα και την καινοτομία, την επένδυση στις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας και αντίστοιχη μείωση των εκπομπών ρύπων, τη μείωση του ποσοστού της πρόωρης εγκατάλειψης της σχολικής εκπαίδευσης και την ταυτόχρονη αύξηση του ποσοστού των πτυχιούχων καθώς και τη μείωση του ποσοστού φτώχειας.
Σε κάποια από αυτά τα ζητήματα έχουν τεθεί και αρκετά φιλόδοξοι ποσοτικοί στόχοι, όπως η επίτευξη απασχόλησης για το 75% του πληθυσμού μεταξύ 20 - 64 ετών, η επένδυση του 3% του ΑΕΠ της Ευρωπαϊκής Ένωσης σε έρευνα και καινοτομία καθώς επίσης και η μείωση του αριθμού των ατόμων που κινδυνεύουν από φτώχεια κατά 20 εκατομμύρια ή 25% αντίστοιχα.
Οι στόχοι αυτοί είναι αλληλένδετοι. Για παράδειγμα, τα καλύτερα επίπεδα εκπαίδευσης συμβάλλουν στην απασχολησιμότητα. Η αύξηση των ποσοστών απασχόλησης θα οδηγήσει στη μείωση της φτώχειας και στη βελτίωση της ποιότητας ζωής. Η δυνατότητα για έρευνα, ανάπτυξη και καινοτομία, σε όλους τους τομείς της οικονομικής δραστηριότητας, σε συνδυασμό με την αυξημένη αποδοτικότητα των πόρων θα βελτιώσει την ανταγωνιστικότητα και θα προωθήσει τη δημιουργία θέσεων απασχόλησης. Οι επενδύσεις σε τεχνολογίες φιλικές προς το περιβάλλον θα έχουν ευνοϊκή επίδραση στην καταπολέμηση της κλιματικής αλλαγής και θα δημιουργήσουν δυνατότητες για τις επιχειρήσεις και την απασχόληση.
Η επίτευξη των παραπάνω στόχων είναι δυνατή μέσα από έναν ισχυρό μηχανισμό λήψης αποφάσεων, νομιμοποιημένο από την ενεργή συμμετοχή των κοινωνικών εταίρων, βελτίωση των πρακτικών της Ε.Ε. και έγκαιρη αντιμετώπιση των διαρθρωτικών αδυναμιών της ευρωπαϊκής οικονομίας. Τέλος, ιδιαίτερη έμφαση θα πρέπει να δοθεί στην ευρωπαϊκή συνεργασία για αλλαγή κατεύθυνσης προς μια εποικοδομητική συνύπαρξη της κοινωνικοοικονομικής ένωσης με τη νομισματική, και κοινές ευρωπαϊκές προσεγγίσεις στις οικονομικές, εκπαιδευτικές, πολιτισμικές ρυθμίσεις καθώς και τις ρυθμίσεις απασχόλησης.
 

 

Social Networks

Με ενδιαφέρει η γνώμη σας

Περιμένω τις απόψεις, προτάσεις, θέσεις σας σε θέματα που σας αφορούν. Είμαι στη διάθεσή σας να αναλάβω δράση για θέματα κοινού ενδιαφέροντος.

Υποβολή ερώτησης